Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Marienkäfer
[gender: masculine]
01
πασχαλίτσα, κατσαρίδα της Παναγίας
Kleiner, runder Käfer mit roten Flügeldecken und schwarzen Punkten, bekannt als Nützling im Garten
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Marienkäfers
πληθυντικός τύπος
Marienkäfer
Παραδείγματα
Der Marienkäfer hat rote Flügel mit schwarzen Punkten.
Η πασχαλίτσα έχει κόκκινα φτερά με μαύρες κηλίδες.



























