der mangel
mangel
mangl
mangl
mantelmandel

Ορισμός και σημασία του "mangel"στα γερμανικά

01

ελάττωμα, ατέλεια

Ein Fehler, Defekt oder eine Unvollständigkeit an einem Produkt oder einer Sache 
der Mangel definition and meaning
Παραδείγματα
Das Gerät hat einen technischen Mangel. 

Η συσκευή έχει ένα τεχνικό ελάττωμα.

02

έλλειψη, ανεπάρκεια

Das Fehlen oder zu geringe Vorhandensein von etwas Notwendigem 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Mängel
γενική πτώση
Mangels
Παραδείγματα
Es gibt einen Mangel an Fachkräften in der IT-Branche. 

Υπάρχει έλλειψη ειδικευμένων εργατών στον τομέα της πληροφορικής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store