Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Mangel
[gender: masculine]
01
ελάττωμα, ατέλεια
Ein Fehler, Defekt oder eine Unvollständigkeit an einem Produkt oder einer Sache
Παραδείγματα
Der Käufer meldete sofort den Mangel an der Ware.
Ο αγοραστής ανέφερε αμέσως το ελάττωμα του εμπορεύματος.
02
έλλειψη, ανεπάρκεια
Das Fehlen oder zu geringe Vorhandensein von etwas Notwendigem
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Mangels
πληθυντικός τύπος
Mängel
Παραδείγματα
In vielen Ländern herrscht Mangel an sauberem Trinkwasser.
Σε πολλές χώρες, υπάρχει έλλειψη καθαρού πόσιμου νερού.



























