lustig
lus
ˈlʊs
loos
tig
tɪk
tik
lästigluftiglistig

Ορισμός και σημασία του "lustig"στα γερμανικά

01

αστείος, διασκεδαστικός

Zum Lachen anregend 
lustig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
lustigste-
συγκριτικός βαθμός
lustiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Unterhaltung, Stimmung, Charakter
Παραδείγματα
Der Clown ist sehr lustig. 

Ο κλόουν είναι πολύ αστείος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store