Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lustig
[comparative form: lustiger][superlative form: lustigste-]
01
αστείος, διασκεδαστικός
Zum Lachen anregend
Παραδείγματα
Die Katze macht lustige Bewegungen.
Η γάτα κάνει αστεία κινήσεις.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αστείος, διασκεδαστικός