Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Lokal
[gender: neuter]
01
ταβέρνα, καπηλειό
Ein kleines Restaurant oder eine Gaststätte, oft mit regionaler Küche
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Lokal(e)s
πληθυντικός τύπος
Lokale
Παραδείγματα
Das Lokal ist voll.
Το μαγαζί είναι γεμάτο.
lokal
01
τοπικός, περιφερειακός
Zu einem bestimmten Ort gehörend oder dort typisch sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die lokale Bevölkerung ist freundlich.
Ο τοπικός πληθυσμός είναι φιλικός.



























