Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Lohnsteuer
01
φόρος εισοδήματος, κρατήσεις στην πηγή
Eine Steuer, die direkt vom Gehalt eines Arbeitnehmers abgezogen wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Lohnsteuern
γενική πτώση
Lohnsteuer
Παραδείγματα
Die Lohnsteuer wird jeden Monat vom Gehalt abgezogen.
Ο φόρος εισοδήματος αφαιρείται από τον μισθό κάθε μήνα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
lohnsteuer
lohn
steuer



























