die Lohnsteuer
Pronunciation
/ˈloːnˌʃtɔɪ̯ɐ/

Ορισμός και σημασία του "lohnsteuer"στα γερμανικά

Die Lohnsteuer
[gender: feminine]
01

φόρος εισοδήματος, κρατήσεις στην πηγή

Eine Steuer, die direkt vom Gehalt eines Arbeitnehmers abgezogen wird
die Lohnsteuer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Lohnsteuer
πληθυντικός τύπος
Lohnsteuern
Παραδείγματα
Viele Arbeitnehmer zahlen Lohnsteuer automatisch durch ihren Arbeitgeber.
Πολλοί εργαζόμενοι πληρώνουν φόρο εισοδήματος αυτόματα μέσω του εργοδότη τους.

Λεξικό Δέντρο

lohnsteuer

lohn

+

steuer

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store