der Lohn
Pronunciation
/loːn/

Ορισμός και σημασία του "lohn"στα γερμανικά

Der Lohn
[gender: masculine]
01

μισθός, αμοιβή

Das Geld für Arbeit
der Lohn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Lohn(e)s
πληθυντικός τύπος
Löhne
Παραδείγματα
Der Lohn steigt dieses Jahr.
Ο μισθός αυξάνεται φέτος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store