der lohn
lohn
lo:n
lon

Ορισμός και σημασία του "lohn"στα γερμανικά

01

μισθός, αμοιβή

Das Geld für Arbeit 
der Lohn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Löhne
γενική πτώση
Lohn(e)s
Παραδείγματα
Der Lohn kommt am Monatsende. 

Ο μισθός έρχεται στο τέλος του μήνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store