logisch
lo
ˈlo:
lo
gisch
gɪʃ
gish

Ορισμός και σημασία του "logisch"στα γερμανικά

01

λογικός, ορθολογικός

Klar und vernünftig aufgebaut;  dem Denken folgend 
logisch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am logischsten
συγκριτικός βαθμός
logischer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Denken, Argumentation, Struktur
Παραδείγματα
Deine Erklärung klingt logisch. 

Η εξήγησή σου ακούγεται λογική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store