das loch
loch
lɔx
λοχ
nochdoch

Ορισμός και σημασία του "loch"στα γερμανικά

01

τρύπα, άνοιγμα

Eine Öffnung oder ein leerer Raum in einem Material 
das Loch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Löcher
γενική πτώση
Loch(e)s
Παραδείγματα
Die Hose hat ein Loch am Knie. 

Το παντελόνι έχει μια τρύπα στο γόνατο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store