der LKW
LKW
ɛlka:ve:
elkave
lastkraftwagen

Ορισμός και σημασία του "LKW"στα γερμανικά

01

φορτηγό, φορτηγό αυτοκίνητο

Ein großes Fahrzeug zum Transport von Waren oder Materialien 
der LKW definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Lastkraftwagen
γενική πτώση
Lastkraftwagens
Παραδείγματα
Der LKW bringt die Möbel zur neuen Wohnung. 

Το φορτηγό μεταφέρει τα έπιπλα στο νέο διαμέρισμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store