listig
lis
ˈlɪs
λισ
tig
tɪk
τικ
lästiglustig

Ορισμός και σημασία του "listig"στα γερμανικά

01

πανούργος, πονηρός

Clever und trickreich, oft auf hinterhältige Weise, um eigene Vorteile zu erreichen 
listig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am listigsten
συγκριτικός βαθμός
listiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Verhalten, Intelligenz, Charakter
Παραδείγματα
Der Fuchs ist ein listiges Tier. 

Η αλεπού είναι ένα πονηρό ζώο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store