das licht
licht
lɪçt
licht
leicht

Ορισμός και σημασία του "licht"στα γερμανικά

01

φως, φωτισμός

Helle Strahlung, die Sichtbarkeit ermöglicht 
das Licht definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Licht(e)s
πληθυντικός τύπος
Lichte
Παραδείγματα
Am Morgen scheint viel Licht ins Zimmer. 

Το πρωί, πολύ φως μπαίνει στο δωμάτιο.

02

λάμπα, φωτιστικό

Ein Gerät, das Licht erzeugt 
das Licht definition and meaning
Παραδείγματα
Mach bitte das Licht an. 

Mach bitte φως an.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store