Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lernen
01
μαθαίνω
Neues Wissen oder Fähigkeiten bekommen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lerne
γ΄ ενικό πρόσωπο
lernt
ενεστώτα μετοχή
lernend
απλός αόριστος
lernte
παθητική μετοχή
gelernt
Παραδείγματα
Ich lerne Deutsch.
Μαθαίνω γερμανικά.



























