lernen
ler
ˈlɛʁ
ler
nen
nən
nēn
lehnenleinen

Ορισμός και σημασία του "lernen"στα γερμανικά

lernen
01

μαθαίνω

Neues Wissen oder Fähigkeiten bekommen 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lerne
γ΄ ενικό πρόσωπο
lernt
ενεστώτα μετοχή
lernend
απλός αόριστος
lernte
παθητική μετοχή
gelernt
Παραδείγματα
Ich lerne Deutsch. 

Μαθαίνω γερμανικά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store