die Leier

Ορισμός και σημασία του "leier"στα γερμανικά

Die Leier
[gender: feminine]
01

λύρα, αρχαίο έγχορδο όργανο

altes Saiteninstrument, das gezupft wird und oft in der Antike gespielt wurde
die Leier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Leier
πληθυντικός τύπος
Leiern
Παραδείγματα
In der Antike galt die Leier als Symbol für Kunst und Bildung.
Στην αρχαιότητα, η λύρα θεωρούνταν σύμβολο της τέχνης και της εκπαίδευσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store