der lautsprecher
lautsprecher
laʊtʃpʁɛçɐ
λαουτσπρεχ

Ορισμός και σημασία του "lautsprecher"στα γερμανικά

Der Lautsprecher
01

ηχείο, μεγάφωνο

Ein Gerät, das Ton oder Musik laut abspielt 
der Lautsprecher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Lautsprecher
γενική πτώση
Lautsprechers
Παραδείγματα
Der Lautsprecher ist sehr laut. 

Το ηχείο είναι πολύ δυνατό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

lautsprecher

laut

+

sprecher

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store