Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Lautsprecher
01
ηχείο, μεγάφωνο
Ein Gerät, das Ton oder Musik laut abspielt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Lautsprechers
πληθυντικός τύπος
Lautsprecher
Παραδείγματα
Der Lautsprecher ist sehr laut.
Το ηχείο είναι πολύ δυνατό.
Λεξικό Δέντρο
lautsprecher
laut
sprecher



























