die Kälte
Pronunciation
/ˈkɛltə/

Ορισμός και σημασία του "kälte"στα γερμανικά

Die Kälte
[gender: feminine]
01

κρύο, ψύχρα

Eine niedrige Temperatur oder das Gefühl von großer Kälte
die Kälte definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Kälte
Παραδείγματα
Die Kälte friert das Wasser ein.
Το κρύο παγώνει το νερό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store