der fer
ˈkɛ:
κε
fer
φ
käufer

Ορισμός και σημασία του "käfer"στα γερμανικά

01

σκαθάρι, κολεόπτερο

Ein Insekt mit hartem Deckflügel, das in vielen Arten vorkommt und Pflanzen oder andere Tiere frisst 
der Käfer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Käfer
γενική πτώση
Käfers
Παραδείγματα
Der Käfer krabbelt über das Blatt. 

Ο σκαθάρι σέρνεται πάνω από το φύλλο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store