die krawatte
kra
kʁa
κρα
wa
ˈva
βα
tte
τα
debatteplatterattelatte

Ορισμός και σημασία του "krawatte"στα γερμανικά

01

γραβάτα, δεσμός

Ein schmales Tuch, das um den Hals getragen und unter dem Hemdkragen gebunden wird 
die Krawatte definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Krawatten
γενική πτώση
Krawatte
Παραδείγματα
Er trug eine blaue Krawatte zum Anzug. 

Φορούσε μια μπλε γραβάτα με το κοστούμι του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store