Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
krankmelden
01
dem Arbeitgeber, der Schule o. Ä. mitteilen, dass jemand oder man selbst krank ist , -
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ομαλό
χωριστό
βοηθητικό ρήμα
haben
απλός αόριστος
meldete krank
παθητική μετοχή
krankgemeldet
Παραδείγματα
Ich melde mich heute krank, weil ich Fieber habe.



























