der konflikt
konf
ˈkɔnf
kawnf
likt
lɪkt
likt
geschicktdelikt

Ορισμός και σημασία του "konflikt"στα γερμανικά

01

σύγκρουση, διαφωνία

Eine Meinungsverschiedenheit, die zu Streit führen kann 
der Konflikt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Konflikte
γενική πτώση
Konflikt(e)s
Παραδείγματα
Der Konflikt zwischen den Nachbarn wurde größer. 

Η σύγκρουση μεταξύ των γειτόνων έγινε μεγαλύτερη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store