die konfire
kon
ˈkɔn
κον
fi
φι
ty:
τυ
re
ρα

Ορισμός και σημασία του "konfitüre"στα γερμανικά

Die Konfitüre
01

μαρμελάδα, κομφιτούρα

Ein süßer Brotaufstrich aus Früchten und Zucker 
die Konfitüre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
konfitüren
γενική πτώση
konfitüre
Παραδείγματα
Ich esse gern Konfitüre auf meinem Brot. 

Μου αρέσει να τρώω μαρμελάδα στο ψωμί μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store