die kohle
koh
ˈko:
ko
le
kehlekühlekuhle

Ορισμός και σημασία του "kohle"στα γερμανικά

01

άνθρακας, λιθάνθρακας

Ein schwarzes, brennbares Gestein 
die Kohle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Kohlen
γενική πτώση
Kohle
Παραδείγματα
Die Kohle wird zum Heizen benutzt. 

Ο άνθρακας χρησιμοποιείται για θέρμανση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store