Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Kohle
[gender: feminine]
01
άνθρακας, λιθάνθρακας
Ein schwarzes, brennbares Gestein
Παραδείγματα
Die Kohle ist tief unter der Erde.
Ο άνθρακας βρίσκεται βαθιά κάτω από τη γη.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
άνθρακας, λιθάνθρακας