der koffer
koffer
kɔfɐ
kawf
kiffer

Ορισμός και σημασία του "koffer"στα γερμανικά

01

βαλίτσα, τσάντα ταξιδιού

Eine harte Tasche mit Griff, die man für Reisen benutzt 
der Koffer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Koffer
γενική πτώση
Koffers
Παραδείγματα
Ich packe meinen Koffer für den Urlaub. 

Συσκευάζω τη βαλίτσα μου για τις διακοπές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store