der Koch
Pronunciation
/kɔχ/

Ορισμός και σημασία του "koch"στα γερμανικά

01

μάγειρας, σεφ

Eine Person, die beruflich oder privat Speisen zubereitet
der Koch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Koch(e)s
πληθυντικός τύπος
Köche
Παραδείγματα
Der Koch arbeitet in einem Restaurant.
Ο μάγειρας εργάζεται σε ένα εστιατόριο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store