Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
knüpfen
01
δένω κόμπους, πλέκω
Mit Knoten oder Fäden etwas herstellen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
knüpfe
γ΄ ενικό πρόσωπο
knüpft
ενεστώτα μετοχή
knüpfend
απλός αόριστος
knüpfte
παθητική μετοχή
geknüpft
Παραδείγματα
Sie knüpft einen bunten Teppich.
Αυτή υφαίνει ένα πολύχρωμο χαλί.
02
υποθέτω, εξαρτώ
Eine Bedingung oder Voraussetzung an etwas hängen, sodass es nur unter dieser Bedingung gilt
Παραδείγματα
Die EU knüpft Hilfsgelder an demokratische Reformen.
Η ΕΕ συνδέει τα κονδύλια βοήθειας με δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις.



























