Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
knüpfen
[past form: knüpfte]
01
δένω κόμπους, πλέκω
Mit Knoten oder Fäden etwas herstellen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
knüpfe
γ΄ ενικό πρόσωπο
knüpft
ενεστώτα μετοχή
knüpfend
απλός αόριστος
knüpfte
παθητική μετοχή
geknüpft
Παραδείγματα
Ich habe gelernt, wie man Makramee knüpft.
Έμαθα πώς να φτιάχνω μακραμέ.
02
υποθέτω, εξαρτώ
Eine Bedingung oder Voraussetzung an etwas hängen, sodass es nur unter dieser Bedingung gilt
Παραδείγματα
Sie knüpfte ihre Hilfe an eine Entschuldigung.
Εκείνη συνέδεσε τη βοήθειά της με μια συγγνώμη.



























