knüpfen
knüp
ˈknʏp
knup
fen
fən
fēn
knöpfen

Ορισμός και σημασία του "knüpfen"στα γερμανικά

knüpfen
01

δένω κόμπους, πλέκω

Mit Knoten oder Fäden etwas herstellen 
knüpfen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
knüpfe
γ΄ ενικό πρόσωπο
knüpft
ενεστώτα μετοχή
knüpfend
απλός αόριστος
knüpfte
παθητική μετοχή
geknüpft
Παραδείγματα
Sie knüpft einen bunten Teppich. 

Αυτή υφαίνει ένα πολύχρωμο χαλί.

02

υποθέτω, εξαρτώ

Eine Bedingung oder Voraussetzung an etwas hängen, sodass es nur unter dieser Bedingung gilt 
Παραδείγματα
Die EU knüpft Hilfsgelder an demokratische Reformen. 

Η ΕΕ συνδέει τα κονδύλια βοήθειας με δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store