Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Klima
01
κλίμα, μετεωρολογικές συνθήκες
Die Gesamtheit der Wetterbedingungen an einem Ort über lange Zeit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Klimas
πληθυντικός τύπος
Klimata
Παραδείγματα
Das Klima wird durch den Klimawandel beeinflusst.
Το κλίμα επηρεάζεται από την κλιματική αλλαγή.
02
ατμόσφαιρα, κλίμα
Die allgemeine Atmosphäre oder Stimmung an einem Ort
Παραδείγματα
Das Klima bei der Veranstaltung war sehr positiv.
Το κλίμα στην εκδήλωση ήταν πολύ θετικό.



























