das klima
kli
ˈkli:
kli
ma
ma
ma

Ορισμός και σημασία του "klima"στα γερμανικά

01

κλίμα, μετεωρολογικές συνθήκες

Die Gesamtheit der Wetterbedingungen an einem Ort über lange Zeit 
das Klima definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Klimata
γενική πτώση
Klimas
Παραδείγματα
Das Klima in der Wüste ist sehr heiß und trocken. 

Το κλίμα στην έρημο είναι πολύ ζεστό και ξηρό.

02

ατμόσφαιρα, κλίμα

Die allgemeine Atmosphäre oder Stimmung an einem Ort 
Παραδείγματα
In der Besprechung herrschte eine angespannte Klima. 

Στη συνάντηση επικρατούσε μια τεταμένη ατμόσφαιρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store