die Klassenarbeit
Pronunciation
/ˈklasn̩ˌʔaʁbaɪ̯t/

Ορισμός και σημασία του "klassenarbeit"στα γερμανικά

Die Klassenarbeit
[gender: feminine]
01

δοκιμασία τάξης, τεστ τάξης

Ein Test oder eine Prüfung in der Schule
die Klassenarbeit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Klassenarbeit
πληθυντικός τύπος
Klassenarbeiten
Παραδείγματα
Die Klassenarbeit zählt zur Note.
Το διαγώνισμα μετράει για τον βαθμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store