die klassenarbeit
klassenarbeit
klasənʔaʁbaɪt
klasēnarbait

Ορισμός και σημασία του "klassenarbeit"στα γερμανικά

Die Klassenarbeit
01

δοκιμασία τάξης, τεστ τάξης

Ein Test oder eine Prüfung in der Schule 
die Klassenarbeit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Klassenarbeiten
γενική πτώση
Klassenarbeit
Παραδείγματα
Die Klassenarbeit war schwierig. 

Το διαγώνισμα ήταν δύσκολο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store