die kirsche
kir
ˈkɪʁ
kir
sche
ʃə
shē
kirche

Ορισμός και σημασία του "kirsche"στα γερμανικά

01

κεράσι, βύσσινο

Eine kleine, runde, rote oder dunkelrote Frucht mit einem festen Kern in der Mitte 
die Kirsche definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Kirschen
γενική πτώση
Kirsche
Παραδείγματα
Im Sommer esse ich gern frische Kirschen. 

Το καλοκαίρι, μου αρέσει να τρώω φρέσκα κεράσια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store