Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Kirchensteuer
[gender: feminine]
01
εκκλησιαστικός φόρος, θρησκευτικός φόρος
Eine Steuer, die von Mitgliedern bestimmter Religionsgemeinschaften gezahlt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Kirchensteuer
πληθυντικός τύπος
Kirchensteuern
Παραδείγματα
Manche Menschen entscheiden sich, keine Kirchensteuer zu zahlen.
Μερικοί άνθρωποι αποφασίζουν να μην πληρώσουν τον εκκλησιαστικό φόρο.



























