die kirchensteuer
kirchensteuer
kɪʁçənʃtɔʏɐ
kirchēnshtawu

Ορισμός και σημασία του "kirchensteuer"στα γερμανικά

Die Kirchensteuer
01

εκκλησιαστικός φόρος, θρησκευτικός φόρος

Eine Steuer, die von Mitgliedern bestimmter Religionsgemeinschaften gezahlt wird 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Kirchensteuer
πληθυντικός τύπος
Kirchensteuern
Παραδείγματα
Die Kirchensteuer wird automatisch vom Gehalt abgezogen. 

Ο εκκλησιαστικός φόρος αφαιρείται αυτόματα από τον μισθό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store