Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Kinn
01
πηγούνι, πηγούνι
Der unterste Teil des Gesichts, unterhalb des Mundes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Kinn(e)s
πληθυντικός τύπος
Kinne
Παραδείγματα
Er stützte sein Kinn auf die Hand.
Ακούμπησε το πηγούνι του στο χέρι.



























