das kinn
kinn
kɪn
kin
drinsinnwohindarin

Ορισμός και σημασία του "kinn"στα γερμανικά

01

πηγούνι, πηγούνι

Der unterste Teil des Gesichts, unterhalb des Mundes 
das Kinn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Kinn(e)s
πληθυντικός τύπος
Kinne
Παραδείγματα
Er stützte sein Kinn auf die Hand. 

Ακούμπησε το πηγούνι του στο χέρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store