die kindheit
kind
ˈkɪnt
κιντ
heit
haɪ̯t
χαιτ

Ορισμός και σημασία του "kindheit"στα γερμανικά

01

παιδική ηλικία, νηπιακή ηλικία

Die Lebenszeit von der Geburt bis zur Jugend 
die Kindheit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Kindheit
Παραδείγματα
Sie hatte eine glückliche Kindheit. 

Είχε μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store