Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Kampf
01
μάχη, αγώνας
Eine gewaltsame oder intensive Auseinandersetzung zwischen Personen, Gruppen oder Ideen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Kampf(e)s
πληθυντικός τύπος
Kämpfe
Παραδείγματα
Der Kampf ums Überleben ist in der Natur allgegenwärtig.
Ο αγώνας για την επιβίωση είναι πανταχού παρών στη φύση.



























