Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Kampf
01
μάχη, αγώνας
Eine gewaltsame oder intensive Auseinandersetzung zwischen Personen, Gruppen oder Ideen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Kämpfe
γενική πτώση
Kampf(e)s
Παραδείγματα
Der Kampf zwischen den beiden Armeen dauerte Stunden.
Η μάχη μεταξύ των δύο στρατών διήρκεσε ώρες.
LanGeek



























