der joghurt
jo
ˈjo:
yo
ghurt
gʊrt
goort

Ορισμός και σημασία του "joghurt"στα γερμανικά

01

γιαούρτι, γιαούρτι

Ein Milchprodukt, das durch Fermentation von Milch entsteht 
der Joghurt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Joghurts
γενική πτώση
Joghurts
Παραδείγματα
Ich esse jeden Morgen einen Joghurt mit Honig. 

Τρώω ένα γιαούρτι με μέλι κάθε πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store