Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jemals
01
ποτέ, κάποτε
Wird in Fragen und negativen Aussagen verwendet, um sich auf irgendeinen Zeitpunkt in der Vergangenheit oder Zukunft zu beziehen
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Hast du jemals so etwas gesehen?
Έχεις ποτέ δει κάτι τέτοιο;



























