Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
investieren
[past form: investierte]
01
επενδύω, τοποθετώ
Geld, Zeit oder Ressourcen in etwas einsetzen, um einen zukünftigen Nutzen oder Gewinn zu erzielen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
investiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
investiert
ενεστώτα μετοχή
investierend
απλός αόριστος
investierte
παθητική μετοχή
investiert
Παραδείγματα
Er investierte seine Ersparnisse in ein Startup.
Επένδυσε τις οικονομίες του σε μια startup.



























