Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Internetportal
01
διαδικτυακή πύλη, ιστοσελίδα πύλη
Eine Webseite, die viele verschiedene Informationen und Dienste an einem Ort anbietet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Internetportale
γενική πτώση
Internetportal(e)s
Παραδείγματα
Das Internetportal bietet Nachrichten und Wetterberichte an.
Το διαδικτυακό πύλη προσφέρει ειδήσεις και αναφορές καιρού.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
internetportal
internet
portal



























