Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Internetplattform
01
διαδικτυακή πλατφόρμα, πλατφόρμα διαδικτύου
Eine webbasierte technische Infrastruktur, die verschiedene Dienste oder Interaktionen ermöglicht
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Internetplattformen
γενική πτώση
Internetplattform
Παραδείγματα
Diese Internetplattform verbindet Künstler mit Fans.
Αυτή η διαδικτυακή πλατφόρμα συνδέει καλλιτέχνες με θαυμαστές.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
internetplattform
internet
plattform



























