Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sich interessieren
01
ενδιαφέρομαι, έχω ενδιαφέρον
An etwas Neugier oder Interesse haben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
interessiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
interessiert
ενεστώτα μετοχή
interessierend
απλός αόριστος
interessierte
παθητική μετοχή
interessiert
Παραδείγματα
Ich interessiere mich für Musik.
Ενδιαφέρομαι για τη μουσική.
02
ενδιαφέρω, κεντρίζω το ενδιαφέρον
Jemanden neugierig oder interessiert machen
Παραδείγματα
Das Buch interessiert viele Leser.
Το βιβλίο ενδιαφέρει πολλούς αναγνώστες.



























