hungrig
hung
ˈhʊng
hoong
rig
ʁɪk
rik

Ορισμός και σημασία του "hungrig"στα γερμανικά

01

πεινασμένος, πείνα

Einen starken körperlichen Bedarf an Nahrung habend 
hungrig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am hungrigsten
συγκριτικός βαθμός
hungriger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Körper, Nahrung, Empfindung
Παραδείγματα
Das Kind sieht hungrig aus. 

Το παιδί φαίνεται πεινασμένο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store