humanoid
hu
hu
χου
ma
ma:
μα
noid
nɔɪ̯t
νοϊτ

Ορισμός και σημασία του "humanoid"στα γερμανικά

01

ανθρωποειδής, ανθρωπόμορφος

In Form oder Erscheinung einem Menschen ähnlich 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Technologie, Biologie, Erscheinung
Παραδείγματα
Der Roboter hat eine humanode Gestalt. 

Το ρομπότ έχει ανθρωποειδές σχήμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store