das Holz
Pronunciation
/hɔls/

Ορισμός και σημασία του "holz"στα γερμανικά

01

ξύλο, ξύλινο υλικό

Das natürliche Material von Bäumen
das Holz definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Holzes
πληθυντικός τύπος
Hölzer
Παραδείγματα
Kinder bauen mit Holzklötzen.
Τα παιδιά χτίζουν με ξύλινα κύβους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store