die Hoffnung
Pronunciation
/ˈhɔfnʊŋ/

Ορισμός και σημασία του "hoffnung"στα γερμανικά

01

ελπίδα, εμπιστοσύνη

Ein positives Gefühl der Erwartung oder des Vertrauens, dass etwas Gutes passieren wird, auch in schwierigen Situationen
die Hoffnung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Hoffnung
πληθυντικός τύπος
Hoffnungen
Παραδείγματα
Ohne Hoffnung ist das Leben schwer zu ertragen.
Η ελπίδα είναι απαραίτητη για να αντέξει κανείς τη ζωή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store