hoffen
Pronunciation
/ˈhɔfən/

Ορισμός και σημασία του "hoffen"στα γερμανικά

hoffen
01

ελπίζω

Auf etwas Zukünftiges oder Positives zu vertrauen oder es zu erwarten
hoffen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hoffe
γ΄ ενικό πρόσωπο
hofft
ενεστώτα μετοχή
hoffend
απλός αόριστος
hoffte
παθητική μετοχή
gehofft
Παραδείγματα
Viele Menschen hoffen auf Frieden.
Πολλοί άνθρωποι ελπίζουν για ειρήνη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store