Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hoffen
01
ελπίζω
Auf etwas Zukünftiges oder Positives zu vertrauen oder es zu erwarten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hoffe
γ΄ ενικό πρόσωπο
hofft
ενεστώτα μετοχή
hoffend
απλός αόριστος
hoffte
παθητική μετοχή
gehofft
Παραδείγματα
Viele Menschen hoffen auf Frieden.
Πολλοί άνθρωποι ελπίζουν για ειρήνη.



























