Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
heruntergekommen
01
ετοιμόρροπος, παλιός
In einem schlechten, vernachlässigten oder verfallenen Zustand sein
Παραδείγματα
In diesem heruntergekommenen Viertel steigen die Mieten kaum.
Σε αυτήν την παρακμημένη γειτονιά, τα ενοίκια σχεδόν δεν αυξάνονται.


























