das hemd
hemd
hɛmt
hemt
fremdgehemmtgekämmt

Ορισμός και σημασία του "hemd"στα γερμανικά

01

πουκάμισο, ανδρικό πουκάμισο

Das Oberteil für Männer mit Knöpfen und Kragen 
das Hemd definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Hemden
γενική πτώση
Hemd(e)s
Παραδείγματα
Er trägt ein blaues Hemd. 

Φοράει ένα μπλε πουκάμισο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store