der helm
helm
hɛlm
χελμ

Ορισμός και σημασία του "helm"στα γερμανικά

01

κράνος, προστατευτικό κράνος

Ein Schutz für den Kopf, den man bei bestimmten Sportarten oder Arbeiten trägt 
der Helm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Helme
γενική πτώση
Helm(e)s
Παραδείγματα
Beim Fahrradfahren sollte man immer einen Helm tragen. 

Όταν κάνεις ποδήλατο, πρέπει πάντα να φοράς κράνος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store