Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Helm
01
κράνος, προστατευτικό κράνος
Ein Schutz für den Kopf, den man bei bestimmten Sportarten oder Arbeiten trägt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Helme
γενική πτώση
Helm(e)s
Παραδείγματα
Beim Fahrradfahren sollte man immer einen Helm tragen.
Όταν κάνεις ποδήλατο, πρέπει πάντα να φοράς κράνος.



























