das heer
heer
he:ɐ̯
he
heuerheber

Ορισμός και σημασία του "heer"στα γερμανικά

01

στρατός, πεζικό

Der Teil des Militärs, der aus Soldaten zu Fuß besteht 
das Heer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Heere
γενική πτώση
Heer(e)s
Παραδείγματα
Das Heer verteidigt das Land an Land. 

Ο στρατός ξηράς υπερασπίζεται τη χώρα στη στεριά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store