der hecht
hecht
hɛçt
hecht
rechtspechtechtgerecht

Ορισμός και σημασία του "hecht"στα γερμανικά

01

λούτσος, συνηθισμένος λούτσος

ein langer und schlanker Raubfisch mit einem entenartig abgeflachten Maul, der in Süßgewässern lebt 
der Hecht definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Hechte
γενική πτώση
Hechts
Παραδείγματα
Der Hecht lauert bewegungslos zwischen Wasserpflanzen auf seine Beute. 

Το λούτσος παραμονεύει ακίνητο ανάμεσα στα υδρόβια φυτά για το θήραμά του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store