Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Harfe
01
άρπα, άρπα
Ein großes, meist dreieckiges Zupfinstrument mit vielen Saiten, das mit den Fingern gespielt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Harfe
πληθυντικός τύπος
Harfen
Παραδείγματα
Die Harfe wird oft in der klassischen und keltischen Musik verwendet.
Η άρπα χρησιμοποιείται συχνά στην κλασική και κελτική μουσική.



























