die hand
hand
hant
hant
bandsandlandwand

Ορισμός και σημασία του "hand"στα γερμανικά

01

χέρι, χέρι

Der Körperteil am Ende des Arms, mit Fingern 
die Hand definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Hände
γενική πτώση
Hand
Παραδείγματα
Ich wasche mir die Hände. 

Πλένω τα χέρια μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store